Περιμένοντας τους βαρβάρους
— Τι
περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα
στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν
νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο
αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την
κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι
δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά
σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι
άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα
δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’
αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που
εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η
πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ
συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι
θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι
αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
Σαν έξαφνα,
ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος
θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες,
με φωνές -
την τύχη σου
που ενδίδει πια, τα έργα σου
που
απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν
όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος
από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα
την, την Aλεξάνδρεια
που φεύγει.
Προ πάντων
να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο,
πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες
ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος
από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που
ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε
σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με
συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των
δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία
απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια
όργανα του μυστικού θιάσου,
κι
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια
που χάνεις.
Ιθάκη
Σα βγεις
στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να
‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος
περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους
Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο
Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον
δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η
σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις
το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους
Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο
Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους
κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή
σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι
νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα
καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι
ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις
σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να
σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες
καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και
κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά
μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς
πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις
Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις
και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου
σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον
εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη
βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα
χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος
πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με
όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη
προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’
έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν
δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν
έχει να σε δώσει πια.
Κι αν
πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός
που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το
κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
Φιλέλλην
Την χάραξι
φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις
σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα
μάλλον στενό·
εκείνα τα
φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή,
ως σύνηθες, ελληνικά·
όχ’
υπερβολική, όχι πομπώδης -
μην τα
παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο
σκαλίζει και μηνά στην Pώμη -
αλλ’ όμως
βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ
εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος·
κανένας
δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων
σε συστήνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη,
προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το
Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί
με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη
με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι
Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά
πίσω απ’ τον
Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και
τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το
γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη
ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’
από την Συρία σοφισταί,
και
στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι
δεν είμεθα, θαρρώ.
ΒΑΡΔΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΣΠΟΡΚΑ | ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (Απόσπασμα)
0 σχόλια Αναρτήθηκε από logotexnika.blogspot.com στις 11:57 μ.μ.![]() |
| Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |
[…] Διότι ήτο αληθές και
δεν επεδέχετο άρνησιν, ότι ο άγγελος, ο κρατών το μέγα δρέπανον, είχεν
επιφοιτήσει αυθημερόν εις την αποκλεισμένην νήσον. Το μεσονύκτιον προς βαθύν
όρθρον της Τρίτης είχε τανύσει αιφνιδίως τας πτέρυγάς του από των απωτέρων
αοράτων κόσμων, και είχε λάβει το κέλευσμα του Αϊδίου, και είχε καταπτή από τας
πύλας του ουρανού, και μετά τινά μόρια στιγμών χρόνου, ασύλληπτα εις την
διάνοιαν των θνητών, είχε φθάσει εις την αφανή μικράν γωνίαν, την ταπεινήν και
άγνωστον, και είχεν ασκήσει το αστόμωτον δρέπανόν του εις την κοπήν της ζωής
δύο αβρών πλασμάτων, των οποίων το βάρος δεν ησθάνετο χθες ακόμη η γη
περισσότερον παρ’ όσον ταύτα ησθάνετο χθες ακόμη η γη περισσότερον παρ’ όσον
ταύτα ησθάνοντο σήμερον επάνω των το βάρος της γης. Η μήτηρ μόλις είχεν εξέλθει
προχθές ακόμη εις τον λειμώνα του κόσμου. Άνθος είχε κοπή από τον κήπον τον
παρθενικόν και είχεν εξαχθή δια της πύλης του γάμου. Το βρέφος μόλις είχεν
ανοίξει τους οφθαλμούς εις το φως της ζωής. Μήτηρ ανεύθυνος και βρέφος άκακον· η
μήτηρ μετά τας τρικυμιώδεις συγκινήσεις του έρωτος, μετά τας γαληνίους
απολαύσεις του γάμου, μετά τας δεινοπαθείας της κυοφορίας, μετά τας ωδίνας του
τοκετού, το βρέφος μετά την πρώτην φωνήν του κλαυθμυρισμού, ανηρπάγησαν εις
επουρανίους καλιάς, το τέκνον εις τας αγκάλας της μητρός και αμφότεροι εις τους
κόλπους του αγνώστου. Ο γάμος είχε τελεσθή εν Σμύρνη προ δέκα μηνών, το ζεύγος
φεύγον την χολέραν είχεν επιβιβασθή εκ Σμύρνης. Κατά τον διάπλουν είχεν επέλθει
άωρος ίσως ο τοκετός. Το πλοίον, όταν έφθασεν εις τον τόπον της καθάρσεως
εκόμιζε δύο τρυφερά πλάσματα μόλις ζώντα, την μητέρα χθες και πρώην κόρην, το
βρέφος σχεδόν ασώματον.[…]
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ | ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (Ποιήματα)
0 σχόλια Αναρτήθηκε από logotexnika.blogspot.com στις 9:13 μ.μ.![]() |
| Κώστας Γ. Καρυωτάκης |
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Gala
Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.
Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ' ασημοδάχτυλά του.
Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.
Οι μπάγκοι μας προσμένουν.Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ
θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε
Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.
Ζωές
Κι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως...
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές
απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ' αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές...
που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς...
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιας περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά...
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ
Άνοιξη
Ετσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.
Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.
Θάλασσα
Ομως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν
Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ' το βουνό.
Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο --
κάποια παράξενη θωριά.
Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


