Blogger Template by Blogcrowds.

Στρατής Μυριβήλης
Πώς να μην θαυμάσει κανείς τους ανθρώπους εκείνους του πνεύματος που οταν τους καλεί η κινδυνεύουσα από τους εχθρούς πατρίς, σπεύδουν εθελοντές να πολεμήσουν και να την υπερασπιστούν με την ίδια τους τη ζωή;

Ο λόγος για τον πολεμιστή λογοτέχνη μας και ακαδημαϊκό Στράτη Μυριβήλη, παλιό δημοσιογράφο της “ Ακροπόλεως”, την πολεμική δράση του οποίου θα παρουσιάσουμε.

Γεννημένος στην Μυτιλήνη, πήρε το ψευδώνυμό του από το βουνό Μιριβίλι, στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται το χωριό του η Σκαμνιά. Ο πατέρας του Χαραλάμπης Σταματόπουλος (πρώην Σταμάτογλου), ήταν δενδροφυτευτής όχι για συμφέρον -όπως έλεγε ο Στράτης- αλλά από μεράκι. Ηταν μεγάλος πατριώτης. Οι Τούρκοι κάποτε τον συνέλαβαν και τον πέταξαν σε ένα βάραθρο και σώθηκε από θαύμα. Αυτόν τον πατριωτισμό είχε μέσα του και ο Στράτης.

Η κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων το φθινόπωρο του 1912 βρήκε τον Μυριβήλη να μάχεται για το ψωμί και για την μόρφωσή του στην Αθήνα. Ολοι οι Ελληνες βρίσκονται στο πόδι. Η Αθήνα δονείται από ενθουσιασμό. Ο Βενιζέλος εγείρει τα πλήθη και ο Κωνσταντίνος προμαχεί του Στρατού. Ο Μυριβήλης, αγορεύοντας σαν τον Τυρταίο ξεσηκώνει τους συμπατριώτες του φοιτητές να πάνε να καταταγούν εθελοντές και να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων για να απελευθερώσουν την Ηπειρο και την Μακεδονία.

Την επομένη μια μεγάλη συντροφιά φοιτητών πάνε στην Στρατολογία να καταταγούν, αλλά δεν τους δέχονται γιατί είναι Τούρκοι υπήκοοι! «Να πολεμήσουμε, - φώναξε με αγανάκτηση ο Μυριβήλης, για να γίνουμε κι εμείς Έλληνες υπήκοοι…». Ο στρατολόγος τους εξέφρασε την λύπη του λέγοντας ότι μόνο ο πρωθυπουργός μπορεί να λύσει το πρόβλημα.

Ο Μυριβήλης με την παρέα των φοιτητών σπεύδει στον πρωθυπουργό Βενιζέλο που τους δέχεται στο πολιτικό Γραφείο: «Κύριε Πρόεδρε, λέει ο Μυριβήλης, είμαστε φοιτητές, θέλουμε να πολεμήσουμε, αλλά επειδή είμαστε Τούρκοι υπήκοοι δεν μας δέχονται στο Στρατό, την στιγμή που επιτάσσουν για τον αγώνα ακόμα και τα άλογα! Παρακαλούμεν να διατάξητε ο,τι πρέπει»!

Ο Βενιζέλος συγκινημένος απάντησε: “ Σήμερα κιόλας θα κάνω διαταγή. Πηγαίνετε”! Την άλλη μέρα πήγαν στα Παραπήγματα (εκεί που σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Βενιζέλου και το Μέγαρο μουσικής) τους δέχτηκαν, τους έδωσαν όπλα και στολή και καταταχθήκανε στο Στρατό όπως ήταν η επιθυμία τους.

Οι νεοσύλλεκτοι Μυτιληνιοί Τούρκοι υπήκοοι, “Τουρκομερίτες” τους έλεγαν στον Στρατό, κατέλαβαν σύντομα τα υψώματα της Μελούνας, μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Αιμίλιο Βεάκη τον Αργυρόπουλο και άλλους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Ο Μυριβήλης με το γυλιό και το αμπέχονο και τον ενθουσιασμό του ελευθερωτή φαντάρου, περπάτησε σχεδόν όλη τη Μακεδονία παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες. Στις 20 Ιουνίου 1913 τραυματίσθηκε στο πόδι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Σε συνέντευξη που έδωσε το 1930 στην εφημερίδα “Πατρίς” δήλωσε ότι είχε δύο τραύματα. Δυο σφαίρες. Από τις οποίες, η μία βγήκε το 1929 κατόπιν εγχειρήσεως. ”Φαντασθείτε, είπε, πως την φιλοξενούσα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κάτω από το πετσί μου”.

Όταν έμαθε ο πατέρας του, στη Σκαμνιά, τον τραυματισμό, έκλαψε από υπερηφάνεια. Και όταν αγγέλθηκε επίσημα από το Γενικό Επιτελείο η παρασημοφορία του, κέρασε ολόκληρο το χωριό στο καφενείο.

Πούλησε το ρολόι για τα κεράσματα

Ο Στράτης Μυριβήλης, βρισκόταν στην Κοζάνη όταν έμαθε την απελευθέρωση της πατρίδας του της Μυτιλήνης. Η συγκίνηση του, αλλά και ο ενθουσιασμός του ήταν τόσο μεγάλος, που πούλησε το ρολόγι του για να κάνει εορταστικό τραπέζι στους συμπολεμιστές του… Οι φαντάροι που οδήγησε στο ταβερνάκι για να τους κεράσει, υπέθεταν πως η Μυτιλήνη είναι κάποιο χωριό της Ηπείρου. Πίνοντας στην ταβέρνα τους διηγήθηκε, ο,τι η Μυτιλήνη είναι ένα μεγάλο όμορφο νησί. Ήταν σκλαβωμένο και τώρα είναι ελεύθερο…

Άρθρο του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Real News.


Στρατής Μυριβήλης
[…]  Είταν μια νύχτα διάφανη, παγωμένη. Από πάνω, απλωμένος σε όλη του τη δόξα, ένας ουρανός μενεξελής, κεντημένος με αμέτρητα άστρα που σπίθιζαν. Να τόνε χτυπούσες μ’ ένα ασημένιο σφυράκι, θα κουδούνιζε το κρύσταλλό του. Δε φυσούσε, δε χιόνιζε, δεν έβρεχε. Μια γαλήνη απλωνόταν παντού, δεν ακουγόταν παρά το ποτάμι που τραγουδούσε το τραγούδι της αιωνιότητας. Όμως ο ήχος του είταν έτσι μόνιμα δεμένος με το τοπίο που δεν τάραζε την ειρήνη της νύχτας. Το χοντρό ρολόϊ του λοχία έλεγε μεσάνυχτα. Είχαν γυρίσει από το νούμερό τους οι άντρες της υπηρεσίας. Βγάζανε τις μαντύες, λύνανε τις κουκούλες που σκέπαζαν τ’ αυτιά. Κρέμαζαν στον τοίχο το όπλο και κύκλωναν το μεγάλο παραγώνι, τρίβοντας τις ξυλιασμένες παλάμες μπροστά στις φλόγες. Μερικοί πολεμούσαν να τυλίξουν χοντρό τσιγάρο με τα ξυλιασμένα τους δάχτυλα, κάποιος που είχε ξυπνήσει από τη φασαρία, παραπονιόταν πως γιόμιζε ο καπνός το Φυλάκιο και ο λοχίας συμβούλευε αυτούς που κάπνιζαν να φυσάνε τον καπνό μέσα στο τζάκι για να τον παίρνει ψηλά η καμινάδα.  Αν έκανε ν’ ανοίξει κανείς την πόρτα, ο αγέρας του δωματίου πάγωνε από το ρεύμα, πούμπαινε, μαχαίρι. Την ανοίγαμε κάπου – κάπου, γιατί η ζεστασιά από το παραγώνι έκανε πιο δυσάρεστη τη βρώμα από άρβυλα.
  Κείνη την ώρα μισοάνοιξε την πόρτα ο ένας από τους διπλοσκοπούς του γεφυριού. Πρόβαλε μέσα το κεφάλι, μπαμπουλωμένος με το κασκόλ πάνω από το πηλίκιο, και είπε:
- Καμπάνες ακούγονται, κυρ’ λοχία.
  Όλοι, όσοι είτανε ξυπνητοί, έστησαν αυτί. Καμπάνες μέσα σ’ αυτή την ερημιά, πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο.
- Από πού έρχονται; ρώτησε ο λοχίας.
- Κάτου, από τον κάμπο τις φέρνει ο αγέρας. Από το Βλάντοβο μεριά, θαρρώ.
- Καμιά επιδρομή κομιτατζήδων; ρώτησε ανήσυχα μια φωνή.
  Κανείς δεν απάντησε. Μόνο ο λοχίας έκανε «για στάσου», έβγαλε από την τσέπη ένα φτηνό ημερολόγιο, λογάριασε με το νου του, μέτρησε στα δάχτυλα και είπε πρόσχαρος:
- Μωρέ, είναι Χριστούγεννα, μωρέ! Χριστούγεννα! Και μας κοίταξε έναν έναν. Ύστερα γύρισε και κοίταξε αφαιρεμένος πολλήν ώρα τη φωτιά.
  Ο λόγος έπεσε σα σύνθημα ειρήνης ανάμεσα στους φαντάρους. Ξύπνησαν όλοι, ανακάθησαν και κουβέντιαζαν.
- Πάμε ν’ ακούσουμε. Πρότεινε ένας.
  Σηκώθηκαν όλοι, φόρεσαν τάρβυλα και τη μαντύα και βγήκαν στο ύπαιθρο. Κι ο λοχίας μαζί. Σταθήκαμ’ εκεί, στην άκρη του γεφυριού κι αφουγκραζόμασταν τη νύχτα. Στην αρχή, τίποτα. Κατόπι ο ήχος από τις καμπάνες ήρθε από μακριά. Γλυκός, χαρμόσυνος σαν ένα καλό μήνυμα.
- Άκου!... έλεγαν σιγά – σιγά ο ένας στον άλλον.[…]


Στρατής Μυριβήλης
  Ας σβήσει το τραγούδι.
Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι.
Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.
  Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.
  Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.
  Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας.
  Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.
  Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.
  Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.
  Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.
  Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στανοιξιάτικα χωράφια.
  Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.
  Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.
  Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από ταπόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.
  Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.

  Κ’ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.
Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ’ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.
  Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.
  Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
  Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
  Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
  Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θάναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
  Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!...
  Αγαπημένοι,
  Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
  Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.
  Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.


ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Στρατής Μυριβήλης
[…]  Εκεί πάνω στο ναό της Αφαίας τους βρήκε το σούρουπο. Τους τύλιξε μέσα στη μαγεία του χωρίς να υποψιαστούν. Οι σκιές τους επλησίαζαν από παντού κι έκαναν τις ομάδες των πεύκων να σμίγουν στ’ απόμακρα. Το νησιώτικο μούχρωμα έκανε τα χρώματα πιο τρυφερά. Τα χρώματα της θάλασσας και των ανάγλυφων βουνών. Όλη αυτή η ειρηνική ατμόσφαιρα της ώρας και του τοπίου μέσα στην απόλυτη ησυχία έκανε τις καρδιές τους να συνεννοούνται μ’ ελάχιστα λόγια. Με ένα ναι, με ένα όχι, ένα «νομίζεις;». Κουβέντιαζαν καθισμένοι πλάι-πλάι στο αρχαίο μάρμαρο, που κρατούσε ακόμα μιαν ευχάριστη, ελάχιστη θαλπωρή από το ολημερινό χάιδι του ήλιου. Μιλούσαν με μια περίεργη ηρεμία, που ποτέ πριν λίγη ώρα δεν μπορούσαν να φανταστούν πως θα κυριαρχούσε πάνω στις επαναστατημένες των συνειδήσεις, που ειρήνευαν τώρα με τις αμοιβαίες των εξηγήσεις, γεμάτες από αυθόρμητη ειλικρίνεια. Δεν ύψωνε κανένας από τους δυο τους τον τόνο της φωνής, σα να μιλούσε ο καθένας με τον εαυτό του, ή σα να διηγότανε τα γεγονότα που συντάραξαν τη ζωή τους σε κάποιον τρίτο. Κι αυτός ο ανύπαρχτος τρίτος, που άκουγε τη διπλή αυτή εξομολόγηση, ήταν και μέσα στους δυο τους. Δε μιλούσε, μόνο δεχόταν τις ανακοινώσεις τους χωρίς αντίλογο, σα να ‘ταν τίποτα παλιές ιστορίες χωρίς σημασία.
  Υπήρχε στη συνομιλία αυτή ένας τόνος συγκρατημένος κι από τους δυο. Ένας τόνος σκεπασμένης τρυφερότητας, που κρυβόταν μέσα σε μια διάθεση μειλιχιότητας και τρυφερής ευγένειας. Κάπου-κάπου σταματούσαν να μιλάνε. Κοιταζόντανε μόνο στα μάτια αυτές τις ώρες της σιωπής, και στα μάτια τους δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο εξόν η πίκρα του παιδιού που πόνεσε πολύ, που τιμωρήθηκε πολύ για άγνωστο φταίξιμο. Ένα τριζόνι άρχισε να τρίζει τα έλυτρά του κρυμμένο στη ρίζα της κοντινής κολόνας. Ήταν σαν κάποιος να χούρδιζε ένα ρολόι της τσέπης.[…]

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Μ. Καραγάτσης
[…]  Ο άνθρωπος πολλές φορές στη ζωή του, βρίσκεται αναγκασμένος να εκστομίσει την απειλή. Είναι η παρόρμηση, τα αφάρπαγμα της οργισμένης στιγμής, που συσκοτίζει το νου· που εξουδετερώνει το Υπερεγώ, το σφυρηλατημένο από τον αταβισμό αιώνων πολιτισμού, από καλλιέργεια και υποταγή στις κοινωνικές συνθήκες. Και φέρνει στην επιφάνεια το πρωτόγονο Εγώ, που ελλοχεύει ύπουλα στα κύτταρά μας· που μας το μετέδωσε, ανάμεσα από αναρίθμητες γενιές, με τα χρωματοσώματά του, ο απώτατος πρόγονός μας, ο τρωγλοδύτης, ο κτηνάνθρωπος· εκείνος που για να επιβιώσει, ν’ αναπαραχθεί και να κυριαρχήσει, άλλον τρόπο απ’ το φονικό δεν ήξερε.
  Την εκστομίζουμε την απειλή· κι η πρόθεσή μας είναι, εκείνη τη στιγμή, συνεπής με τα λόγια μας. Εκείνη τη στιγμή… Τις πιότερες φορές το πρόσκαιρα παραμερισμένο Υπερεγώ επανέρχεται και μα ξανατοποθετεί στα πλαίσια της υποκειμενικής και αντικειμενικής ασφάλειας που μας προσφέρει ο πολιτισμός. Κι η απειλή απομένει απειλή…
  Αυτού του είδους η απειλή, όσο ειλικρινά κι αν εκστομίζεται, έχει εντός της το έωλο του ανέφικτου. Ηχεί ψεύτικα, κούφια, μάταια. Όταν όμως πηγάζει από απόφαση αδέκαστη, τότε λες και δεν τη λέει ο άνθρωπος· λες και απ’ το στόμα του ανθρώπου μιλάει το Πεπρωμένο. Λες κι ήρθε κιόλας ο Θάνατος· κι ετοιμάζεται ν’ ανοίξει τις σκοτεινές φτερούγες του και να χυμήξει στο ανέκκλητα καταδικασμένο σφάγιο.
  Έτσι πρέπει ν’ αντήχησε η φωνή του Αμενταίο Μαντσίνι τη στιγμή που εξήγγειλε την απειλή. Δεν ήταν απειλή, αλλά θετική προεξόφληση γεγονότος μελλοντικού και βέβαιου. Με μιας, άγνωστο πως, μπροστά στα μάτια της Ελισάβετ Μανιάτη σχεδιάστηκε η εικόνα ενός κουφαριού. Μπρούμυτα κειτόταν ο νεκρός της φαντασίας της, πάνω στα θυμάρια ενός δασωμένου λόφου, κάτω απ’ την παγερή μαρμαρυγή των μύριων αστεριών ενός διάφανα σκοτεινού ουρανού. Από μια μικρή τρύπα στο στήθος αργοκυλούσε, πάνω στα πράσινα θαμνόφυλλα, το απαίσιο πορφυρό ρυάκι…[…]

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Άγγελος Τερζάκης
[…]  Η κοινωνική ζωή είναι μια φαντασμαγορία από αστερισμούς που δεν έχουν μόνον αστέρια πρώτου μεγέθους, και τα τρίτου, παίζουν εκεί το ρόλο τους. Όλα χρειάζονται, ακόμα και τα πιο ταπεινά. Η δεσποινίς Φρόσω Ματθαιάκη, αστέρι μάλλον τρίτου μεγέθους ως τώρα στον ουρανό της αθηναϊκής ζωής, έβλεπε ξαφνικά τον εαυτό της να προβιβάζεται, ν’ ανυψώνεται, να περιζώνεται με την αίγλη της υψηλής κοινωνίας.
  Εδώ και δυο εικοσιτετράωρα ζούσε σα μέσα σε όνειρο. Ένα όνειρο συναρπαστικό. Δακτυλογραφάκι – όπως και να το κάνεις – άσημο ως τώρα, παγκρατιώτισσα γέννημα-θρέμμα, κορίτσι οικογενείας αστικής αλλά ξεπεσμένης, η δεσποινίς Φρόσω είχε, φυσικά, τις ιδέες της. Ιδέες μεγαλεπήβολες όσο και προσεχτικά παραχωμένες: να εφοπλιστεί όσο πρέπει για την ώρα της μεγάλης μάχης, που σου δίνει την κυριαρχία της σύγχρονης ζωής. Να μη περιοριστεί στον κύκλο της γειτονιάς της, του κόσμου της, αλλά να σημαδέψει πιο ψηλά, όσο παίρνει ψηλότερα. Να κάνει ό,τι περνάει από τα χεράκια της – χεράκια αβρότατα, παχουλά, φτερωμένα πάνω στη γραφομηχανή, τρομερά επιδέξια – για να «ανέβει». Αχ αυτό το ανέβασμα, η ανάρρηση στις υψηλές κοινωνικές σφαίρες, ο ίλιγγος και το πάθος. Μάτι δεν έκλεινε ολάκερες νύχτες η δεσποινίς Φρόσω Ματθαιάκη για να πλάθει με το νου της τα οράματα της αυριανής, της περιπόθητης ζωής. Ο κινηματογράφος της είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα, Κυανές Ακτές, ερωμένοι διπλωμάτες, πρίγκιπες, μαχαραγιάδες, περιπέτειες, σκάνδαλα, θρίαμβοι. Να σου πιάνεται η ανάσα. Και η δεσποινίς Φρόσω – το Φροσάκι της πλατείας Πλαστήρα – είχε κάνει μέσα του επίσημο όρκο, φοβερό, ή να πραγματοποιήσει μια μέρα τ’ όνειρό του ή, αν τυχόν το ιδεί να ξεφτάει, ν’ αυτοκτονήσει με βερονάλ – μια κι όξω. Ή του ύψους ή του βάθους.
  Προς τιμήν της ωστόσο θα ομολογήσουμε πως, για να βάλει σ’ εφαρμογή τη φιλοδοξία της η Φρόσω, καταπιάστηκε σαν καλός στρατηγός: καμιά βιασύνη, καμιά προχειρότητα, εγκατάλειψη στην τύχη. Εξοπλισμός, αντίθετα, ως τα δόντια. Κι όχι μόνον εξωτερικώς, σε πνευματικά εξαρτήματα. Γι’ αυτό είναι που στρώθηκε κι έμαθε τα γαλλικά, τ’ αγγλικά, στην εντέλεια. Γι’ αυτό η στενογραφία. Αλλά γι’ αυτό και το επιμελέστατο διάβασμα ξένων βιβλίων, περιοδικών, κάθε έντυπου που μπορεί ν’ αναπτύξει το πνεύμα σου, να σου δώσει γνώσεις, κοινωνικό αέρα. Που ξέρεις τι σου λαχαίνει αύριο; Γίνεσαι κυρία του κόσμου, γυναίκα πολιτευομένου, οικονομολόγου, μπορεί και πρέσβειρα. Πρέπει να μπορείς να τα βγάλεις πέρα.[…]

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Ηλίας Βενέζης
[…]  Ήθελε ν’ ακουμπήσει σε κάτι στερεό, σε μια στιγμή της αιωνιότητας, να τα μετρήσει όλα τούτα με μέτρα μεγάλα, για να δει πόσο είναι εφήμερα, να γαληνέψει. Κοίταξε τη θάλασσα, την εξαίσια γαλάζια θάλασσα, την ελληνική, τα βουνά που τη ζώναν, τα νησιά, τα χρώματα. Άνοιξε το μικρό ταξιδιωτικό βιβλίο που είχε πάντα στη βαλίτσα της. Άρχισε να διαβάζει αφηρημένα:
  «… Ο ήλιος χαμηλώνει στο βάθος των Κυκλάδων. Όλα είναι ήμερα και ζεστά. Τίποτα που να φωνάζει, τίποτα πάνω από την αντοχή του ανθρώπου: και η θάλασσα, κι ο ουρανός, και τα νησιά. Τίποτα το ατέλειωτο, το μη καθορισμένο. Λες: ¨Αυτή η θάλασσα κι αυτός ο ουρανός κι αυτά τα νησιά είναι του χεριού μου. Θα μπορούσα ν’ αντιμετρηθώ μαζί τους¨. Κι αυτό, που είναι ήδη ένας τρόπος συνεννοήσεως, είναι στο απώτατο βάθος η ουσιαστική δύναμη που κίνησε όλον τον πολιτισμό του Αιγαίου. Οι άνθρωποί του δεν είχαν να κάνουν με το αχανές και με το αβέβαιο. Μπροστά τους, στο βάθος του ορίζοντα, με γραμμές ανάλαφρες που στυλώνονταν μέσα απ’ τα κύματα σα να ήταν όνειρο, όμως περιγραμμένο πάντα και αναμφισβήτητο, τους καλούσε ένα νησί, μια στεριά, σκοπός βέβαιος. Έμαθαν να γυρεύουν πάντα, να’ χουν πάντα ένα σκοπό, να μη σταματούν ποτέ στη μέση του δρόμου, να τελειώνουν πάντα το έργο που καταπιάνονταν. Έμαθαν να είναι δυνατοί, ξέροντας πως η δύναμη γίνεται πολλές φορές ταυτόσημη με το πεπρωμένο, έμαθαν να είναι ξύπνοι και σβέλτοι.  Και προ πάντων έμαθαν να δουλεύουν σε κείνη την ασύλληπτη δύναμη, που έβαλε στο μέτωπο του λαού αυτού βούλα πύρινη, τη σφραγίδα της δωρεάς: έμαθαν να δουλεύουνε στη φαντασία. Ζώντας στη μαγεία των νησιών τους, σ’ αυτό το απίθανο παιχνίδι φωτός και σκιάς, μάθανε να καταλαβαίνουνε τη μεγάλη ώρα της γης που τους προορίστηκε με το ένστικτο, που είναι βέβαια βαθύτερο απ’ το αίσθημα. Στεφανώσανε τα νησιά τους με τους ωραιότερους θεούς και τους ωραιότερους μύθους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστο για να παραβγούνε μαζί τους στη μορφιά. Για να μην έχουν να λεν τα νησιά πως αυτά στάθηκαν πιο δυνατά απ’ τον άνθρωπο, πως αυτός στάθηκε αδύναμος να υψωθεί ως τη μορφιά τους…»
  Η Ελισάβετ Μανιάτη σφάληξε το βιβλίο, σφάληξε τα μάτια. Η βαθύτατη καλλιέργειά της απ’ τον καιρό που σπούδαζε στη Γερμανία τη βοηθούσε να προσανατολίζεται αμέσως σε κάθε περιοχή γνώσης, να έχει εκείνη την άλλη αίσθηση, που δεν έρχεται από το θεό αλλά την κατακτά μόνος του, αν του είναι προορισμένο, ο άνθρωπος.[…]


Στρατής Μυριβήλης
  Σκεφτήκατε καμμιά φορά πως δεν έχουμε μια αληθινή ζητωκραυγή;
  Δεν έχουμε μια λέξη που να ‘ναι επιφώνημα ενθουσιασμού ή παρόρμησις όπως έχουν όλοι οι λαοί. Και δεν έχουμε γιατί κι αυτό το ζήτημα άφησε τη σφραγίδα του ο δασκαλισμός, που μας μάρανε όσο του ήταν δυνατόν, κάθε δροσιά γνήσιας έκφρασης όλο τον πρώτο αιώνα της Εθνικής μας ελευθερίας. Έτσι μας επέβαλε για κραυγή ενθουσιασμού τη προσταχτική του ρήματος «ζω».
  - Ζήτωω!
  Μια λέξη ψόφια από ήχο. Όλα της είναι βουβά. Και τα σύμφωνα της και τα φωνήεντά της. Ζήτα, ζζ, ιι, οοό. Τη στιγμή που η ψυχή χουχλακίζει από ενθουσιασμό και γυρεύει μια ηχηρή διέξοδο όπως ο ατμός που ορμά μέσα στη σφυρίχτρα του καραβιού, οι σχολαστικοί εκείνοι άνθρωποι πρόσταξαν αυτή την ψυχική έκρηξη να περάση μέσα απ’ τη τρύπα της σακοράφας. Διότι αυτό συμβαίνει. Το στόμα κλείνει σφίγγουνται τα δόντια να βγη κείνο το ζήτα και στο τέλος στρογγυλεύει, κλείνει πάνω στο ω.
  Έτσι, η κραυγή της χαράς, του ενθουσιασμού, ψοφάει, ρίχνει τα φτερά της και γελοιοποιείται.
  Το μόνο φωνήεντο που αφήνει ελεύθερα τα χείλια για να περάσει άνετα και με συνέχεια η φωνή του ανθρώπου είναι το άλφα.
  - Ουρρααά! Φωνάζουν οι ξένοι, και σειούνται τα τζάμια και τρέμει ο αγέρας. Και βάζουν πριν από το α ένα καταρράχτη από ρο που εκβάλλει απ’ την ανοιχτή πύλη του α. Κι εμείς νιουρίζουμε την προσταχτική του ρήματος ζω. Κι όταν πρόκειται να ζητωκραυγάσουμε για πρόσωπα ή για πράγματα περισσότερα από ένα, αναγκαζόμαστε να κάνουμε ένα απίστευτο σολοικισμό. Βάζουμε τον τρίτο ενικό της προσταχτικής με αντικείμενο στο πληθυντικό.
  - Ζήτωσαν οι ήρωες του εικοσιένα! Τελειώνει τον πανηγυρικό του ο ρήτορας, της 25ης Μαρτίου.
  Και ο λαός απαντά σόλοικα.
  - Ζήτω!
  Γιατί είναι αδύνατον να μεταβάλλει σε κραυγή μια λέξη που τελειώνει σε νί! Ο δασκαλισμός δεν τα κατάφερε να παρασύρη τον κόσμο να ξεφουρνίση αυτή την ελληνικούρα, με τον ίδιο τρόπο που μας φόρτωσε τη λέξη οδός, αντί δρόμος χωρίς να κατορθώση να επιβάλη και τη γενική της «οδού» καθώς και τις άλλες πτώσεις: «τας οδούς» «των οδών» κ.τ.λ.
  Κι άλλη φορά είχα ασχοληθή μ’ αυτό το ζήτημα, που μου φαίνεται πολύ περισσότερο ενδιαφέρον απ’ ότι φαίνεται. Είμαστε που είμαστε δισταχτικοί και συμμαζεμένοι στις εκδηλώσεις μας ως λαός. Η αίσθηση του γέλιου είναι ανεπτυγμένη στον Έλληνα σε βαθμό υπερβολικό, και του περιορίζει τις ψυχόρμητες διαθέσεις των εκδηλώσεών του κι εκεί ακόμα που δεν πρέπει, ενώ κατά βάθος, πολύ συχνά νιώθουμε την ανάγκη να βρούμε μια διέξοδο στη συναισθηματική μας κατάσταση. Μας είχαν βάλει και το φίμωτρο της καθαρεύουσας στο στόμα, και το αποτέλεσμα ήταν αυτές οι ομαδικές εκδηλώσεις μας που τέλειωναν κατά κανόνα σε θλιβερά μουρμουρίσματα, και μόλις δημιουργείτο πραγματικός ενθουσιασμός που γύρευε δικλείδα να ξεθυμάνη, κατέληγε σε πανδαιμόνιο ασυναρτησίας. Φωνάζουν τότες όλες τις κραυγές που έρχουνταν στο στόμα εκτός απ’ το επίσημο «Ζήτω» και το ηλίθιο «Ζήτωσαν». Οι πρόσκοποί μας, αναγκάστηκαν να πάρουν το ξενικό «ούρρα» και έλυσαν το ζήτημα μ’ αυτό το δάνειο. Μ’ αυτό δεν είναι λύση. Θαυμάσιο είναι το ούρρα στα ξενόγλωσσα λαρύγγια, για τα ελληνικά φωνητικά όργανα είναι ξένο γιατί μυρίζει από μακριά.
  Ο λαός μας, όταν ήρθε η ώρα να ξεσπάση στο στόμα του η κραυγή της μάχης, βρήκε μόνος του τη λύση. Ήταν στον πόλεμο του 1912 και επρόκειτο να γίνη η εξόρμηση στο Κιλκίς. Οι αξιωματικοί διέταξαν «εφ’ όπλου λόγχη» κατόπι, «έφοδο» και όλοι να ορμήσουν με μια κραυγή: Ζήτω! Και οι φαντάροι μας ώρμησαν με τη κραυγή «αέρα!» που σάρωσε τους βουλγάρους απ’ τα χαρακώματά τους.
  Μετά την πολεμική κραυγή ο ελληνικός λαός βρήκε τον εαυτό του, δημιουργώντας επί του πεδίου μάχης το νέο, το σωστό επιφώνημά του, που καθιερώθηκε αυθόρμητα σε όλους τους πολέμους που κάναμε από τότες. Σπουδαία η λύση που έδωκε ο φαντάρος. Η κραυγή «αέρα» έχει τον καταρράχτη «άλφα». Δυστυχώς, όσο ιδεώδης είναι αυτή η πολεμική ανακάλυψη, του έλληνα στρατιώτη για την ώρα της εφόδου με την λόγχη, τόσο ακατάλληλη είναι για τις άλλες περιπτώσεις. Δεν γίνεται βέβαια να τη φωνάξη ο κόσμος τις ώρες εορτάσιμου ενθουσιασμού, μ’ όλο που θα ήταν ότι χρειάζεται για να εκδηλώση τα αισθήματά του ακούγοντας προεκλογικούς λόγους των κοινοβουλευτικών ρητόρων.
  Πριν ο λαός μας καθιερώση το φωνητικό του εύρημα την ώρα της μάχης, μεταχειριζόταν τα παλαιότερα χρόνια στον πόλεμο, καθώς και στον πετροπόλεμο που έκαναν τα παιδιά, και πολλές φορές και οι μεγάλοι, άλλες κραυγές παρακελευσματικού ενθουσιασμού.
  Ήταν οι κραυγές «γιούργια» «Γιάλλα!». Μ’ αυτές κάναν τα γιουρούσια τους και οι πολεμιστές του Εικοσιένα. Είναι οι πολεμικές κραυγές της Ανατολής. Από τη πρώτη μάλιστα, ο λαός μας έφτιασε και το ρήμα «γιουργιάρω» που σημαίνει ομαδική επίθεση. Δείτε όμως, πως εκείνο το «γιάλλαα» μοιάζει με την  αρχαία κραυγή «αλλαλαά» Γι’ αυτήν έχουμε την βεβαιότητα πως την επρόφεραν έτσι, γιατί έχουμε και το ρήμα «αλαλάζω» που θα πη «φωνάζω αλλαλά»! Δεν συμβαίνει βέβαια το ίδιο με την αρχαία κραυγή «ελελεύ» που ασφαλώς δεν την πρόφεραν έτσι. Αλλιώτικα με αυτό το τελικό «ευ» θα ήτανε μια κραυγή εντός βουλωμένης μπουκάλας.
  Τι θα γίνη λοιπόν;
  Μακάρι να βρεθή ένας άνθρωπος, ή μία νέα έκρηξη λαϊκή, που να μας σώση απ’ αυτό το γελοίο «ζήτω» και το σόλοικο, «ζήτω τα ελληνόπουλα». Κάποτε θα κριθή πως είναι άξιος εθνικής ευγνωμοσύνης, αυτός ο μέλλων ξεκλειδωτής της ελληνικής οδοντοστοιχίας.
  Γένοιτο!


Μύθος

Στρατής Μυριβήλης
  Μέσα στην καφτερήν ηλιοκαταιγίδα που έδερνε το χωράφι στο καταμεσήμερο, έπεσε – ολότελα φυσιολογικά – μι’ αχυρουλή φρέσκη καβαλίνα. Είτανε τέλεια στη φόρμα της, ολόξανθη, σαν ένας βώλος χρυσάφι, και κάπως ρομαντικά, σαν πούναι λίγο – πολύ όλες οι ξανθές αναιμικές ντεμουαζέλες του καλού κόσμου. Κοίταξε ένα γύρω το χωράφι, που θροούσε ευχαριστημένο κάτω απ’ τη φλογερή πύρα, καμάρωσε και τη χρυσαφάδα τη δικιά της, και γοητεμένη, αφαιρέθηκε να κοιτάει τον καταράχτη του φωτός, που χυνότανε απ’ τη κορυφή τουρανού.
  - Πού βρέθηκα εδώ;… πώς βρέθηκα εδώ; Αναρωτιότανε κάπως χαζά, και συλλογιότανε μεγαλόφωνα, σα δραματική ηρωΐδα του παλιού καλού θεάτρου.
  Ένας μπόμπιρας, που βούϊζε πάνωθέ της, την άκουσε και της απάντησε με πολύ σοβαρό ύφος αξιωματικής κριτικής:
  - Μα δεν το ξέρετε; Πέσατε από ψηλά. Πέσατε εκ των άνω!
  Κι αυτή τόδεσε σε καλό πανί, κατακαμάρωσε, κ’ ένιωσε την κατάξανθη αριστοκρατική καρδούλα της νανεγαλλιάζει από την ευτυχία της αξίας της.
  - Είμαι το λοιπόν, Ηλιογέννητη… είμαι ένας βώλος χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι, που έσταξε από το μεγάλο άστρο. Τί χάρη που την έχουμε, λέω ωστόσο, εμείς τα ευγενή μέταλλα…
  Μια παρέα κοντόφαρδες ντομάτες, που ωρίμαζαν ήσυχα λίγο παρέκει, καταπίνοντας ήλιο και μεταβάλλοντάς τον σε μπελτέ, άκουσαν την ανακραυγή της Ηλιογέννητης που έτρεμε από συγκίνηση και περιφάνεια, και τις έπιασε ένα τέτοιο τρανταχτό γέλιο, που τα πληθωρικά τους μάγουλα, τα χωριάτικα, τσίτωσαν να σκάσουν.
  Είπαν μ’ ένα στόμα:
  - Σιγά τον πολυέλαιο!
  Η Ηλιογέννητη τις έριξε μια ματιά λοξή, γεμάτη ευγενική συγκατάβαση και ψιθύρισε:
  - Έχουνε δίκιο να γελάνε έτσι πρόστυχα οι φτωχές. Αυτές είχανε την κακοτυχιά νάναι από γεννήσο τους χυδαία υποκείμενα. Δεν είναι βολετό να μ’ αιστανθούν και να με νιώσουν. Είναι άλλο πράμα να πέσει κανένας απ’ τον ουρανό, εκ των άνω. Νάναι μια χοντρή στάλα ολόχρυση απ’ τη μαλαματένια καρδιά του Ήλιου, που έλυωσε ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι…
  Και μονομιάς ξεχείλισε η ξανθιά καρδούλα της από ασυγκράτητη ευγνωμοσύνη προς τον ένδοξο γονιό της, κ’ ένιωσε ένα κύμα δακρυσμένου αλτρουισμού και συμπόνιας να την πλημμυράει για όλα τα φτωχά και ταπεινά πράματα του κόσμου. Είταν ένα αληθινό φιλανθρωπικό ταλέντο, που μπορούσε σίγουρα να κάνει πολύ καλό σε τούτο τον ντουνιά για νανακουφίσει τη δυστυχία των παρακατιανών. Και ποιος ξέρει πόσο συγκινητικά θα τέλειωνε τούτη η ιστορία, α δε λάχαινε κείνη την ώρα ίσα – ίσα να περνάνε δίπλα της δυο μαύροι βρωμοκάνθαροι.
  Είταν ακάθαρτοι και χοντροί μέσα στα ράσα τους τα λασπωμένα, σαν αγιορίτες καλογέροι, και κάνανε μεγάλες χαρές μόλις μυριστήκανε το κελεπούρι. Την πασπάτεψαν από δω, την πασπάτεψαν από κει με τα βρώμικα ποδάρια τους και σαν τήνε βρήκαν αρκετά στρογγυλή και καλοφορμαρισμένη, ακούμπησαν τα μπροστινά τους χάμου, και βάλθηκαν σπρώχνοντας με τα πίσω πόδια τους, ά και ά, να την κυλάνε προς τη φωλιά τους, με πολύ κουράγιο.
  Η καβαλίνα αχνίζοντας από ιερήν οργή, φώναξε:
  - Καλέ, πού με κυλάτε έτσι δα, βρωμοζωΰφια; Εμένα, ένα κομμάτι καθαρό χρυσάφι; Πρώτη φορά θα σας έτυχε να βρεθείτε μπροστά σ’ ένα «ψήγμα» ατόφιο μάλαμα!
  Οι βρωμοκάνθαροι σταμάτησαν ιδρωμένοι και κοίταξαν κοροϊδευτικά το «ψήγμα». Ύστερα της είπανε μ’ ένα στόμα:
  - Εμείς βρωμοζωΰφια: Πόσο μας αδικείς, κυρά μου! Εμείς; Μα δε μας γνώρισες, το λοιπόν, πως είμαστε τραπεζίτες που καταλάβαμε την αξία σου και σε πάμε ίσια στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής; Ορίστε. Κοίτα και τις ρεντικότες μας!
  Και σε μιαν αποτυχημένη ρεβεράντα, τις γύρισαν πάλε τις ράχες, φτύσανε μια στις φούχτες τους, και όλο καρδιά ξαναμπήχτηκαν στη δουλειά τους τραγουδώντας παράφωνα το «Βαρκάρη του Βόλγα».


Το γαλάζιο βιβλίο (1939) τιμήθηκε την επόμενη χρονιά με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (κριτική επιτροπή: Π. Πρεβελάκης, Μ. Αυγέρης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος). Το βιβλίο θα τιμήσει και η Ακαδημία Αθηνών με έπαινο και χρηματικό έπαθλο, αλλά ο Μυριβήλης θα αρνηθεί την τιμητική διάκριση.


ΤΑΣΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1990:
Επιθυμώ ακόμη να αναφερθώ στις συλλογές διηγημάτων με τους χρωματικούς τίτλους: Το πράσινο βιβλίο, Το κόκκινο βιβλίο, Το βυσινί βιβλίο, Το γαλάζιο βιβλίο, για να τονίσω πόσο ο Μυριβήλης, σε ευτυχισμένες ώρες της έμπνευσής του, ανανέωσε ένα είδος με τόσο πλούσια παράδοση στη λογοτεχνία μας. Το χιούμορ, ο σαρκασμός, η ειρωνεία, η αλληλοσυσχέτιση του συμβολικού με το πραγματικό, του νοητού με το απτό, η διαδοχή του ιλαρού απ’ το τραγικό, του φαιδρού από το αποτρόπαιο προβάλουν σε συνθέσεις μοναδικού θελγήτρου και μορφικής τελειότητας. Τις σελίδες τους τις διατρέχει μια διεγερτική χνωτιά αρσενικάδας, ένα πνεύμα παγανιστικό. Ο έρωτας είναι το κυρίαρχο γεγονός – ένας έρωτας συγκλονιστικός, πάθος σαρκικό, που την ανάφλεξή του την προκαλεί κάτι το δαιμονικό, εισχωρώντας στο σύμπλεγμά του για να προδιαγράψει μια μοιραία συχνά κατάληξή του. Στις αισθήσεις εμπιστεύεται ο Μυριβήλης να του αποκαλύψουν το μυστικό της ζωής – το νόημα του κόσμου. Κάθε μεταφυσική ερμηνεία του τη θεωρεί παραπλανητική. Μέσα από αυτό το εύθραυστο ηχείο, το σώμα, ακούει τη σιβυλλική σιωπή – ό, τι αποκαλούμε ένστικτο – να συνοψίζει τη σοφία μιας αρχέγονης πείρας. Σ’ αυτή την άσφαλτη πείρα θεμελιώνει τη συμπεριφορά των ηρώων του. Το σώμα, γι’ αυτόν, δημιουργεί δεσμούς αγάπης αλλά και αιχμές μίσους. Μέσα απ’ τις σελίδες τους αυτοψυχογραφείται ένας επικούρειος, ο φίλος των ταπεινών ανθρώπων, ο εραστής του γυναικείου φύλου, ο αντικληρικός, ο εχθρός της λογιότητας, ο φανατικός πιστός στις έννοιες έθνος και ελληνισμός – αμετακίνητος πια στο βάθρο του ως ο αναμφισβήτητος ¨κλασικός¨ της γενεάς του.

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα